«Άθικτοι» γινόμαστε μέσα από την τέχνη

Θεατρική κριτική για την παράσταση «Οι Άθικτοι» σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, στο θέατρο Νέος Ακάδημος. Η θεατρική μεταφορά της ομώνυμης ταινίας παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

«Άθικτοι» γινόμαστε μέσα από την τέχνη

«Οι Άθικτοι» του Νικορέστη Χανιωτάκη

Η θεατρική έξοδος έγινε και πάλι αγαπημένη μας συνήθεια μετά από πολλούς μήνες αναμονής, ακυρώσεων, αναβολών και μιας σύντομης προθέρμανσης με τις καλοκαιρινές περιοδείες. Τη δική μου χειμερινή θεατρική σεζόν άνοιξε η παράσταση «Οι Άθικτοι» στο θέατρο Νέος Ακάδημος, σε σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη. Πρόκειται για τη διασκευή της πολυβραβευμένης γαλλικής ταινίας “Les intouchables” των Olivier Nakache και Éric Toledano. Διασκευή και όχι θεατρική μεταφορά, αφού το ελληνικό κείμενο των Αντώνη Γαλέου και Φελίς Τόπη βασίζεται τόσο στο κινηματογραφικό σενάριο όσο και στις αυτοβιογραφίες των δύο πραγματικών προσώπων, Philippe Pozzo di Borgo και Abdel Sellou. Μάλιστα οι ηθοποιοί έσπασαν τον τέταρτο τοίχο στην έναρξη της παράστασης και μας ενημέρωσαν ότι δεν πρόκειται για τη μεταφορά της ταινίας στη σκηνή αλλά για την πραγματική ζωή των προσώπων.

Η ιστορία γνωστή για όσους έχουν δει τη γαλλική ταινία: Ο Philippe (Αντώνης Καρυστινός) τετραπληγικός αριστοκράτης, καθηγητής πανεπιστημίου με αγάπη για τις τέχνες και τον λόγο, επιλέγει για βοηθό του τον Abdel (Σπύρος Χατζηαγγελάκης), έναν πρόσφατα αποφυλακισμένο μετανάστη. Η σχέση που θα αναπτυχθεί μεταξύ τους θα αλλάξει για πάντα τις ζωές τους. Δύο διαφορετικοί κόσμοι συναντιούνται και, παρά τις διαφορές τους, οι πρωταγωνιστές μοιράζονται μια αληθινή φιλία, γεμάτη χιούμορ, αστείες στιγμές αλλά και γνήσια συγκίνηση!

Πριν προχωρήσω στον σχολιασμό, να σημειώσω ότι η δική μου πρόσληψη της παράστασης εξαρτήθηκε από τρεις βασικούς παράγοντες: πρώτον, και πολύ βασικό, δεν είχα δει τη γαλλική ταινία. Έτσι βρισκόμουν στην ευνοϊκή θέση να παρακάμπτω άσκοπες συγκρίσεις -τόσο της σκηνοθεσίας όσο και της υποκριτικής- και φυσικά να μη γνωρίζω την πλοκή.

Δεύτερον, είχα πολύ καιρό να δω ρεαλιστικό θέατρο. Τα τελευταία χρόνια -και αν σκεφτεί κανείς και την πανδημία, πάνε πλέον πολλά- προτιμώ παραστάσεις πιο σύγχρονης δραματουργίας με ευθείες αφηγήσεις, λιτά σκηνικά, απουσία σχεδόν κοστουμιών, που βασίζονται περισσότερο στον λόγο και την κίνηση και λιγότερο στο οπτικό κομμάτι.

Τρίτον, δεν είχα δει ποτέ ξανά παράσταση του Νικορέστη Χανιωτάκη, πράγμα σχεδόν αδύνατο, μιας και τα τελευταία χρόνια σκηνοθετεί ανελλιπώς παραστάσεις σε κάθε σεζόν. Μάλιστα αυτή τη στιγμή παίζονται πέντε παραστάσεις σε σκηνοθεσία του ίδιου, τρεις νέες παραγωγές και δύο σε επανάληψη.

Η κριτική

Ο σκηνοθέτης επιλέγει να μας καλωσορίσει και πάλι στα κλειστά θέατρα, να μας ξανασυστήσει το ζωντανό θέαμα, τη μαγεία της υποκριτικής και της ομαδικής δημιουργίας, με έναν ευχάριστο αλλά και σε στιγμές αμήχανο αυτοσχεδιασμό, που προμηνύει ότι η παράσταση που θα ακολουθήσει, θα είναι μια κλασική παράσταση. Και όταν λέω κλασική, εννοώ μια παράσταση με καλοραμμένα κοστούμια, βαριά σκηνικά έπιπλα, περίτεχνους φωτισμούς, εναλλαγή σκηνών, και πάνω από όλα μια γερή δόση ρεαλισμού.

Μιας και δεν γνώριζα την πλοκή, όπως είπα, αφέθηκα ολοκληρωτικά στη ροή και προσπάθησα να μπω στον κόσμο των δύο πρωταγωνιστών. Όσο κυλούσε η παράσταση, κατάφερα σε κάποιες στιγμές να συνδεθώ με το bromance (brother + romance) που εξελίσσεται μεταξύ των δύο ανδρών, οι οποίοι πράγματι έρχονται σιγά σιγά όλο και πιο κοντά, μέσα από στιγμές φροντίδας και τρυφερότητας. Ειδικά τα σημεία που ο Philippe διδάσκει λογοτεχνία, τέχνη, μουσική στον Abdel μου υπενθύμισαν ότι η μεγαλύτερη ανταμοιβή σε οποιαδήποτε σχέση είναι να αντλείς έμπνευση και θετική ενέργεια από το άτομο που έχεις απέναντί σου. Και αυτό ισχύει με το παραπάνω στην περίπτωση των δύο -κατά τα άλλα- αντικρουόμενων κόσμων.

Παρότι γέλασα σε αρκετά σημεία, χάρη στη σωστή απόδοση των ηθοποιών, βρήκα σε στιγμές το χιούμορ της παράστασης ξεπερασμένο, στα όρια του μη πολιτικά ορθού (ο τρόπος που ο Abdel έδειχνε το ερωτικό του ενδιαφέρον για τη Magalie, γραμματέα του Philippe, ήταν σχεδόν παρεμβατικός ή η στιγμή που ο Abdel σχολιάζει για το αν θα είναι καλή η σύντροφος του Philippe ανάλογα με τα κιλά της, με έφερε σε αμηχανία). Ακόμα και έτσι να ήταν ο χαρακτήρας του Abdel, ακόμα και αν υπάρχουν αυτές οι απόψεις και οι συμπεριφορές γύρω μας, σκοπός της τέχνης είναι να βρει τον τρόπο να τις αντικρούσει και να τις ανατρέψει, όχι απλώς να τις επιδείξει ελαφρά τη καρδία.

Στα θετικά της παράστασης προσθέτω τη συνολική δράση της ομάδας: υπήρχε ρυθμός, ατακάρανε ο ένας στον άλλο, είχαν σωστή κίνηση και εναλλαγή σκηνών. Ο Αντώνης Καρυστινός, γνωστός για τις τηλεοπτικές του επιτυχίες («Σαββατογεννημένες», «Υπέροχα πλάσματα» κ.ά. και το φετινό «Το αύριο μας ανήκει») αποδεικνύει ότι είναι ένας έμπειρος ηθοποιός που καλείται να εκτελέσει άριστα ένα δύσκολο έργο: την τετραπληγία. Σχεδόν εμμονικά παρατηρούσα αν θα κουνήσει κάποιο σημείο του σώματός του πέρα από το κεφάλι του. Παρότι ηθοποιός «συναισθημάτων και όχι σωματικού θεάτρου», στην κίνησή του τα πήγε άριστα, σε αντίθεση με το συναίσθημα και τον λόγο του: τα μονολογικά σημεία που ο Philippe ξεδίπλωνε την αγάπη του για την τέχνη, τη δίψα του για ζωή και την εμπειρία του να ζει σε καροτσάκι, έφευγαν σαν αέρας χωρίς ουσία. Ακόμα και μέχρι το φινάλε περίμενα να δω κάτι πιο ζεστό και αληθινό, που να πηγάζει από τη σύνδεση του ηθοποιού με το ιδιαίτερο αυτό πρόσωπο που υποδύεται, αλλά μάταια.

Ο συμπρωταγωνιστής του, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, εξίσου αγαπητός στο τηλεοπτικό κοινό μέσα από τη «Μουρμούρα», έκανε αυτό για το οποίο ξεχωρίζει: κατέθεσε αστείρευτη σωματική ενέργεια πάνω στη σκηνή σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ακούραστος, εκρητικός, με καθαρό λόγο, έτοιμος να απαντήσει, να ρίξει την ατάκα στο κοινό, να χορέψει, να ανεβοκατέβει, να τραγουδήσει. Όλα στοιχεία απαραίτητα για έναν χαρακτήρα όπως ο Abdel. Θα ήθελα ωστόσο να φωτίσει ακόμα περισσότερο την ευαίσθητη πλευρά του ήρωα, πράγμα που θα δικαιολογούσε και θα έκανε πιο δυνατή την παρουσία έντασης, θυμού και την έλλειψη μόρφωσης και καλών τρόπων σε έναν κόσμο «ανωτέρων του».

Ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε ο νεαρός ηθοποιός Μιχάλης Ψαλίδας, που υποδύεται τον αδελφό του Abdel. Με αέρα και στυλ, έχει την ικανότητα να στηρίξει τόσο τα δραματικά όσο και τα κωμικά κομμάτια του ρόλου του.

Οι υπόλοιποι τρεις ηθοποιοί της ομάδας, Σταύρος Καλλιγάς, Τζωρτζίνα Λιώση και Χρύσα Μιχαλοπούλου, στήριξαν δυναμικά την παράσταση - ειδικά ο Καλλιγάς άλλαξε τέσσερις-πέντε βοηθητικούς ρόλους. Ωστόσο, από τις δύο γυναικείες παρουσίες θα περίμενα ισχυρότερα σκηνικά κίνητρα. Η Magalie (Τζωρτζίνα Λιώση) είναι παρούσα σχεδόν σε όλες τις σκηνές χωρίς όμως να έχει κάποιον κεντρικό στόχο: ποια είναι η σχέση της με τον Philippe, γιατί την εκνευρίζει o Abdel, τι σημαίνει να εργάζεται ως γραμματέας ενός τετραπληγικού ανθρώπου, ερωτήματα για τα οποία δεν πήρα απαντήσεις. Η Χρύσα Μιχαλοπούλου, ως κόρη του Philippe, είχε μια συνεχή ένταση που δικαιολογήθηκε μόνο μέσα από τη σκηνή που ξέσπασε στον πατέρα της, προς το τέλος του έργου. Δεν κατάφερα ωστόσο να γνωρίσω κανένα άλλο εσωτερικό σημείο της ηρωίδας και της ζωής της, μέσα και έξω από το σπίτι.

Να σημειωθεί βέβαια ότι είδα την παράσταση μόλις μια εβδομάδα μετά την πρεμιέρα και, όπως είπαμε, το κενό από την τελευταία θεατρική σεζόν είναι μεγάλο. Είμαι σίγουρη ότι οι ηθοποιοί έχουν ακόμα πολύ περιθώριο για να ζυμωθούν με τους ρόλους, να ξεκλειδώσουν σημεία του χαρακτήρα τους και να ενδυναμώσουν τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου.

Συμπέρασμα

Μετά από τόσους μήνες καναπέ και Netflix, το κοινό έχει συνηθίσει ακόμα περισσότερο στο τηλεοπτικό θέαμα και ίσως αναζητά κάτι αντίστοιχο και στο θέατρο. Για αυτό όμως μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης έχουν οι δημιουργοί που -αφελώς και ασφαλώς- προσφέρουν στους θεατές αυτό που ήδη αγαπούν. Στην περίπτωση αυτή, το κείμενο και οι χαρακτήρες έχουν μέσα τους διαμαντάκια, που αν καταφέρουν να βγουν στην επιφάνεια, «Οι Άθικτοι» μπορούν να γίνουν μια δυνατή θεατρική παράσταση για πολύ μεγάλο εύρος κοινού. Αρκεί ηθοποιοί και σκηνοθέτης να καταθέσουν λίγο μεγαλύτερο μέρος της ψυχής τους. Κάτι που βέβαια προϋποθέτει, εκτός από ταλέντο, και χρόνο. Ίσως εδώ να κολλάει και η γνωστή λαϊκή ρήση «δεν χωράνε δύο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη», πόσο μάλλον πέντε.

Φεύγοντας, κράτησα στις σημειώσεις του κινητού μου την παρακάτω φράση: «Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την τέχνη γιατί είναι το μόνο πράγμα που αφήνει κανείς πίσω όταν φεύγει». Η αντάμωσή μου με τη ζωντανή τέχνη του θεάτρου, μέσα από την παράσταση, μου θύμισε ακριβώς αυτό: μόνο μέσα από την τέχνη γινόμαστε «Άθικτοι».

Πληροφορίες παράστασης

Συγγραφέας: Olivier Nakache & Éric Toledano
Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης
Θεατρική Απόδοση: Αντώνης Γαλέος - Φελίς Τόπη
Δραματουργική Επιμέλεια: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη Μουσική Σύνθεση: Αντώνης Παπακωνσταντίνου
Σκηνικά/Κοστούμια: Αρετή Μουστάκα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Φωτογραφία: Νίκος Πανταζάρας
Γραφιστική Επιμέλεια: Gridfox
Βοηθός Σκηνοθέτη: Νίνα Έππα
Βοηθός Σκηνογράφου/Ενδυματολόγου: Φραντζέσκα Μπούτση
Hairstyle / Make up: Le Boudouir
Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Διανομή: Αντώνης Καρυστινός, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Σταύρος Καλλιγάς, Τζωρτζίνα Λιώση, Χρύσα Μιχαλοπούλου, Μιχάλης Ψαλίδας
Παραγωγή: Happy Productions

Προμηθευτείτε εισιτήρια για την παράσταση εδώ.

Ακολουθήστε το 20/20 Magazine στο Google News, στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ