Πατήσια, 6 το απόγευμα: «Βοήθεια! Γιατί δε με βοηθάει κανείς;»

Στην αρχή νόμισα ότι ήταν σκυλί που το κλώτσησαν, αλλά ήταν τελικά η Μαρία. Που πεσμένη στη μέση ενός δρόμου ούρλιαζε «Βοήθεια γιατί δε με βοηθάει κανείς», μες στα αίματα φορώντας ένα t-shirt και μια φόρμα, στις 6 το απόγευμα στα Πατήσια.

Πατήσια, 6 το απόγευμα: «Βοήθεια! Γιατί δε με βοηθάει κανείς;»

Πλησίασα και δίπλα της. Ήταν κάποιος που της μίλαγε και της έλεγε περίμενε θα έρθει το ασθενοφόρο μη φωνάζεις. Αλλά εκείνη έκλαιγε και φώναζε και όταν έσκυψα και της είπα «πες μου τι σου συμβαίνει κορίτσι μου», με κοίταξε και μου είπε «με κλώτσησε και έπεσα στην τζαμαρία κι έκοψα το χέρι μου και φοβάμαι γιατί είμαι έγκυος».

Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά είδα τους γείτονες να κοιτάνε από τα μπαλκόνια τους, ο "κάποιος" δίπλα της είπε «σταμάτα πήραμε ασθενοφόρο». Η Μαρία ούρλιαζε και εγώ ρώτησα «αστυνομία καλέσατε;». 
«Μα δεν ξέρουμε τι έγινε» μου απάντησε ο "κάποιος", «μπορεί και να κόπηκε μόνη της».

Ξανακοίταξα ψηλά από το μπαλκόνι του 1ου μια "κάποια" είπε «Πήραμε το ασθενοφόρο κι εμείς», ο "κάποιος" μου είπε ότι εκείνος ξέρει από αυτά και μπορεί να λέει ψέμματα, ρώτησα «ποια είναι αυτά που ξέρεις ακριβώς;» και πήρα την Αμεση Δράση.

Η Μαρία συνέχιζε να ουρλιάζει, συνέχιζε να αιμορραγεί, οι περίοικοι συνέχιζαν να κοιτάνε από τα μπαλκόνια τους, ο "κάποιος" εμφανώς ενοχλημένος είπε στη Μαρία να σταματήσει να φωνάζει κι εγώ σήκωσα πάλι το κεφάλι μου και ρώτησα «να κατέβει κανείς με καμιά γάζα να της δέσουμε το χέρι όχι ε; Δεν είναι τηλεόραση, ή κάντε κάτι χρήσιμο ή τραβάτε μέσα».

4 μηχανές σταμάτησαν, εξήγησα, τη ρώτησαν πως τη λένε, πότε γεννήθηκε. Το 2006, απάντησε.

Η Μαρία είναι 16 ετών, έγκυος 3 μηνών, έχει φύγει από το σπίτι της στο Ζεφύρι, η μάνα της ήταν στο νοσοκομείο και γεννούσε.
Η Μαρία συζεί με 16χρονο πακιστανό, ο θείος της (στο τηλέφωνο) μου είπε «καλά να πάθει αφού δεν ακούει», ο Αντρέας (έτσι τον λέει) "την έχει κάνει" φυσικά και έχει εξαφανιστεί, εγώ και οι αστυνομικοί κοιταζόμαστε, η Μαρία με κοιτάει και με ρωτάει αν θα πάθει τίποτα το μωρό. «Όχι», της λέω, «καλά θα είναι».

Την έχουμε βάλει μέσα στην πολυκατοικία, οι αστυνομικοί ψάχνουν μήπως ο δράστης είναι ακόμα μέσα, ο ένας είναι μαζί μου της δένει το χέρι με γαζες, είμαστε στα σκαλιά που έχουν στάλες αίμα, αριστερά και δεξιά μας τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια που ξεχάστηκαν από τη διαχείριση.

Τη ρωτάει αν την έχει ξαναχτυπήσει, η Μαρία λέει «ναι» κι ότι πήρε την αστυνομία αλλά δεν ήρθε κανείς, εν τω μεταξύ η διπλανή της έχει κατέβει και λέει «κάθε μέρα τη δέρνει αφού τα  ακούμε» κι εγώ πια δεν τη παλεύω μία και της λέω «τράβα στην τρύπα σου. Να πάρεις την αστυνομία τόσο καιρό δεν σου πέρασε απ’ το μυαλό ε;».
Ο αστυνομικός περιέργως δεν αντιδράει μόνο κουνάει το κεφάλι του, η γειτόνισσα εξαφανίζεται.

«Τι θα γίνει τώρα» τον ρωτάω;
«Θα την πάμε με το ασθενοφόρο νοσοκομείο, μετά κατάθεση».
Ναι του λέω, «αλλά είναι ανήλικη».
«Θα ειδοποιήσουμε τους δικούς της».
«Αφού δεν τους νοιάζει, πρέπει να την παραπέμψετε στην κοινωνική υπηρεσία του νοσοκομείου».
Με κοιτάζει. Τον κοιτάζω. «Όχι ε;». Δε μιλάει.
«Που τέτοια μεγαλεία ε;» του λέω.

Πάω στη Μαρία που ακόμη κλαίει και της λέω «τι θα κάνεις μετά; Που θα πας;».
«Θα πάω στον παππού μου στην Πάτρα».
«Μαρία», της λέω, «εδώ μη γυρίσεις».
«Οοοοχι», μουρμουράει.

«Άκου Μαρία εδώ ΜΗ γυρίσεις, την επόμενη φορά μπορεί να σε σκοτώσει». Δε μιλάει.

«Μαρία θέλω να με κοιτάξεις στα μάτια και να ακούσεις αυτό που σου λέω, Φύγε μακριά, την επόμενη φορά μπορεί να σε σκοτώσει».

Η Μαρία μετά από λίγο μπήκε στο ασθενοφόρο

Ακολουθήστε το 20/20 Magazine στο Google News, στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ