Μια τεχνικά άρτια «Πανούκλα» χωρίς συναίσθημα

Το αλληγορικό τοπίο στο κλασικό έργο του Αλμπέρ Καμύ ζωντανεύει στο θέατρο 104 και αναρωτιέται για το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, αφού ακόμη και στις πιο σκοτεινές εποχές «υπάρχουν στον άνθρωπο περισσότερα πράγματα να θαυμάσεις απ’ όσα μπορείς να περιφρονήσεις».

Μια τεχνικά άρτια «Πανούκλα» χωρίς συναίσθημα

Όπως συνέβη και με την ταινία “Contagion” του Στίβεν Σόντερμπεργκ, το δεύτερο πράγμα που συζητήθηκε ξανά κι απέκτησε νέα δημοτικότητα εξαιτίας της τρέχουσας πανδημίας του κορονοϊού είναι το κλασικό λογοτέχνημα «Η πανούκλα» του Αλμπέρ Καμύ. Στην περίπτωση της ταινίας του Χόλυγουντ αυτό συνέβη ολοφάνερα γιατί η υπόθεση έχει πολλές ομοιότητες με την πραγματικότητα, ενώ στην περίπτωση του Καμύ, πέρα από τις όποιες ομοιότητες, θέλω να πιστεύω πως αυτό συνέβη επειδή οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν πως δεν χωρούσε άλλη αναβολή στο να καθίσουν επιτέλους κάτω και να διαβάσουν το αριστουργηματικό έργο του. Ένα βιβλίο αλληγορικό, που αφηγείται μια φανταστική επιδημία πανώλης στην επαρχία Οράν της γαλλοκρατούμενης Αλγερίας, κάπου στη δεκαετία του ’40. Ο Καμύ περιγράφει μέσω του ήρωά του τη ζωή του κατά την περίοδο της κατοχής της Γαλλίας από τους ναζί, οπότε και λέγεται πως λειτουργεί ως ένας συμβολισμός για την εξάπλωση του φασισμού.

Η σκηνοθετική ματιά της Σοφίας Καραγιάννη έχει διαχωρίσει ολόκληρο το έργο του Καμύ σε τρία πρόσωπα, τα οποία αποτελούν και τους τρεις δραματουργικούς άξονες της παράστασης. Ο γιατρός Μπερνάρ Ριέ, ένας ένθερμος ανθρωπιστής που αγωνίζεται καρτερικά ενάντια στην πανούκλα γνωρίζοντας κατά βάθος πως οι προσπάθειές του κάνουν ελάχιστη ή καθόλου διαφορά, ενώ την ίδια ώρα η κατάσταση της υγείας της γυναίκας του τον επηρεάζει. Όπως και να’ χει το παλεύει. Το δεύτερο πρόσωπο είναι η πόλη του Οράν, που ενσωματώνει όλες τις επιμέρους διαφοροποιήσεις (ταξικές και μη) των κατοίκων της: τον νεαρό δημοσιογράφο Ραμπέρ που βρίσκεται ξαφνικά εγκλωβισμένος στο Οράν, τον πάτερ Πανελού που θεωρεί πως η πανδημία είναι μια δοκιμασία πίστης, τον Ταρού, τον εισαγγελέα που παλεύει να σώσει το παιδί του κτλ.

Τέλος, παρουσιάζει προσωποποιημένη την Πανούκλα, που χαίρεται με το θάνατο των ανθρώπων. Με γκροτέσκα στάση και μια χονδροειδή, νοσηρή τρέλα, είναι το κακό που κοιτάζει στα μάτια την επιστήμη και την ανθρώπινη συνείδηση, χασκογελώντας σατανικά και τραγουδώντας σαρκαστικά. Προβάλλοντας έτσι τη συμπεριφορά των ανθρώπων, η σκηνοθέτις επιθυμεί να αναδείξει την ανάγκη και την ελπίδα των ανθρώπων της πόλης ότι θα επιζήσουν.

Έχοντας παρακολουθήσει κι άλλες παραστάσεις απ’ τα χέρια της Σοφίας Καραγιάννη και της ομάδας GΑFF, όπως το «Διγενής Ακρίτας, Στα όρια» και το «Ο παίκτης», μπορώ να επισημάνω τη γνωστή συνήθειά της να αποκωδικοποιεί σε βάθος τα κείμενα με τα οποία καταπιάνεται, ώστε να αποστάξει απ’ αυτά όλους τους κρυμμένους συμβολισμούς και να τα αναδείξει, ενώ ταυτόχρονα κατασκευάζει χαρακτήρες που θα στέκονται επί σκηνής σαν υπαρκτά πρόσωπα του κόσμου μας, με κοινωνική και πολιτική συνείδηση κι όχι σαν πεζές, πετρωμένες και άκαμπτες ενσαρκώσεις. Έχοντας αυτά κατά νου, σκηνοθετεί την παράστασή της με σπιρτάδα, σαν να προτάσσει ένα πρωτότυπο μελέτημα, αποσυμβολίζοντας τις αλληγορίες και προσθέτοντας αφαιρετικά στοιχεία που μπορεί ο μέσος θεατής να ανεχτεί. Στους ίδιους ρυθμούς κινούνται και τα εκτελεστικά μέρη του οράματός της, που ελίχθηκαν πιστά σε αυτά που η ίδια τους υπέδειξε.

Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης, ίσως δεν είναι γνωστός στο ευρύ ελλαδικό κοινό, ωστόσο χαίρει εκτίμησης από την θεατρική και μη κοινότητα της πρωτεύουσας και είναι οπωσδήποτε ένας από τους εξέχοντες πρωταθλητές της. Κι αυτό μπορώ να το καταγράψω τώρα χωρίς να δίνεται η εντύπωση ότι αποτολμάται κάτι οριακό, αλλά με την ανεξαρτήτου μεγέθους βεβαιότητα που σου παρέχεται όταν έχεις παρακολουθήσει έναν ικανοποιητικό αριθμό από παραστάσεις στις οποίες συμμετείχε. Ο ίδιος ενσαρκώνει το ρόλο του γιατρού Ριέ με έντονη αφηγηματική εκφραστικότητα, όπως συνήθως. Δεν είναι μια καταιγιστική, παθιασμένη ερμηνεία, αλλά αντίθετα παίζει με τον σωστό λεκτικό ρυθμό, προσαρμοσμένος στη διάθεση του συνομιλητή του, τον οποίο προσεγγίζει σαν σε αγώνα διαθέσεων, σαν σε αγώνα πινγκ πονγκ, χωρίς να γίνεται αισθητή ουδεμία ηθική υπεκφυγή για τον χαρακτήρα που υποδύεται.

Ο Κωνσταντίνος Πασσάς καλείται να προσδώσει ένα ισορροπημένο δραματικό μέγεθος στα διάφορα πρόσωπα που ενσαρκώνει, πράγμα που καταφέρνει με καλλιέπεια και χιουμοριστική διάθεση. Είναι το Οράν προσωποποιημένο και γι’ αυτό αξιοποιεί τις δυνατότητές του για να προτείνει στον θεατή πολλές διαφορετικές εκδοχές των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν την ασθένεια. Μιλώντας για πανούκλα, ο Δημήτρης Μαμιός αποδίδει την παρουσία της επιδημίας ανάμεσα στους υπόλοιπους με καλοσχεδιασμένη κίνηση, με στοιχεία που θυμίζουν Σαρλό και βουβό κινηματογράφο, ακόμη και παντομίμα. «Οι ποντικοί ξεψυχούσαν αφήνοντας τα κουφάρια τους δώρο, στολίδι στον άλλο κόσμο», φωνάζει περιχαρής κοροϊδεύοντας σαν σαλταρισμένος φαρσέρ τα υπόλοιπα πρόσωπα για το πόσο καλά τα κατάφερε, ενώ την ίδια ώρα ξεσπάει τραγουδώντας θριαμβευτικά το ειρωνικό πια “You are my sunshine”. Έχει και κάτι από Τζόκερ, τώρα που το σκέφτομαι.

O Στάθης Δρογώσης συνόδευσε μουσικά το έργο, με την κυριαρχία του ακορντεόν να επιβοηθάει στη σύνθεση της ατμόσφαιρας, καθώς είναι ένα όργανο που συνδέθηκε με τη γαλλική λαϊκή μουσική του 20ού αιώνα. Ο χαμηλός υποφώσκων τόνος που χειρίστηκε ο Νίκος Βλασόπουλος, με ευδιάκριτο το στοιχείο της εξομολογητικής εκμυστήρευσης, συνετέλεσε στη δημιουργία ενός αισθητισμού διάχυτου σε κάπως μετανεωτερικές κλιμακώσεις.

Στο σκηνικό της Κωνσταντίνας Κρίγκου λιτό και αποκαλυπτικό τόσο όσο, αυτό που πρωταγωνιστεί είναι η ποντικότρυπα, μέσα απ’ την οποία ξεπηδούν σχεδόν όλα: η αρρώστια, οι άνθρωποι της πόλης και οι ιστορίες τους, ο θάνατος, αυτά που άφησαν πίσω. Ενδιαφέρον σημείο όταν προς το τέλος ο γιατρός Ριέν θα επιχειρήσει να καλύψει αυτή την τρύπα του θανάτου. Άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι οι σωροί από ζευγάρια παπουτσιών, που διαχωρίζουν τους νεκρούς απ’ τους ζωντανούς. Όποιος έχει επισκεφτεί το στρατόπεδο εξόντωσης στο Άουσβιτς θα φέρει στο μυαλό του την ίδια εικόνα της στοίβας από παπούτσια που είδε εκεί. Τα υποδήματα αποτελούν την αναπαράσταση των νεκρών, ένα σύμβολο μνήμης τους.

Οι αναλυτές του έργου του Καμύ λένε συχνά πως η «Πανούκλα» είναι μια αλληγορία για το ναζισμό και το φασισμό. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας είχε απαραίτητα αυτό στο μυαλό του το διάστημα που ξετύλιγε την ιστορία του, πάντως ήταν σίγουρα προβληματισμένος για τα γεγονότα που βίωνε ο κόσμος γύρω του. Έτσι, το βιβλίο του αποτυπώνει τη συμπεριφορά του ανθρώπου σε μια κατεστραμμένη γη χωρίς μέλλον, χωρίς σκοπό, ενώ παράλληλα η επιδημία της πανούκλας λειτουργεί ως ένα χρήσιμο σύμβολο για όλα τα κακά και τα δεινά του κόσμου. O ίδιος είχε πει πως δεν είναι άθεος, αλλά ούτε και πίστευε στο θεό, οπότε και μέσα στο βιβλίο του επιχειρεί μια ενδελεχή επαναξιολόγηση της ζωής του, αλλά και της κοινωνίας γύρω του, σχεδόν με τη μορφή μιας αδήριτης υπαρξιακής ανάγκης.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αυτό που μου έλειψε στη συγκεκριμένη παράσταση είναι το συναίσθημα. Ναι, δεν μπορώ να εντοπίσω κάποιο ψεγάδι στα τεχνικά μέρη της, που κυριολεκτικά εντυπωσιάζουν για την προσεκτική μελέτη, την δουλεμένη κίνηση, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα που διαπερνά το αυθεντικό κείμενο, παρ’ όλα αυτά στο σύνολό της δεν κατάφερε να με αγγίξει όπως προσδοκούσα.

Οι ηθοποιοί μου έδωσαν να καταλάβω πως στην ερμηνεία τους επικεντρώθηκαν κυρίως στην ευφραδή κι εύγλωττη αφήγηση των γεγονότων κι όχι στο να εμβάλουν στους αποδέκτες τους την ευαισθησία που θα περίμενε κανείς για ένα τέτοιο βιβλίο. Λείπει η ψυχή, η αληθινή αλήθεια που σε κάθε λέξη τους αναζητούσα.

Δεν χωράει εντούτοις καμία αμφιβολία αναφορικά με το παιχνίδι που παίζει η παράσταση: θέλει έστω στοιχειωδώς να γαργαλήσει το κοινό της. Κι αυτό επιτυγχάνεται εν τέλει, ακόμα κι αν απ’ την αρχή τα χασμουρητά μεταξύ ορισμένων θεατών δίνουν και παίρνουν.

Είναι κι αυτό ένα παράδειγμα θετικής ανατροφοδότησης, σωστά;

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ:

Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη

Μετάφραση - Δραματουργική επεξεργασία: Σοφία Καραγιάννη, Μιχάλης Βραζιτούλης

Σκηνικά - Κοστούμια: Κωνσταντίνα Κρίγκου

Μουσική: Στάθης Δρογώσης

Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Βασιλική Διαλυνά

Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Trailer: Στέφανος Κοσμίδης

Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη

Παραγωγή: GAFF

Ερμηνεία: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Κωνσταντίνος Πασσάς ,Δημήτρης Μαμιός 

Μουσικός επί σκηνής: Στάθης Δρογώσης

Θέατρο 104

Ευμολπιδών 41, Γκάζι

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Ακολουθήστε το 20/20 Magazine στο Google News, στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ