«Όσκαρ καλύτερης ταινίας»: Ο κριτικός κινηματογράφου Δημοσθένης Ξιφιλίνος στο 2020mag.gr

Στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Όσκαρ καλύτερης ταινίας» ο κριτικός κινηματογράφου Δημοσθένης Ξιφιλίνος επιχειρεί μια κριτική αναδρομή στις ταινίες που απέσπασαν το διασημότερο έπαθλο διεθνώς, αυτό του Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Από το μακρινό 1929 και το “Wings” ως και τη «Χώρα των νομάδων» (2021), επτά χρόνια προτού κλείσει ένας αιώνας από την πρώτη τελετή, θυμόμαστε τα 93 φιλμ που απέσπασαν το χρυσό αγαλματίδιο και συζητάμε με τον συγγραφέα για το νέο του πόνημα, το σινεμά και την κριτική. 

«Όσκαρ καλύτερης ταινίας»: Ο κριτικός κινηματογράφου Δημοσθένης Ξιφιλίνος στο 2020mag.gr

Και τι δεν έχουμε ακούσει για τα Όσκαρ. Ότι είναι ένας υπερεκτιμημένος θεσμός βραβείων, ότι «ποιος νοιάζεται πια», ότι αποκλείουν τις ξένες παραγωγές, ότι η κρίση της Ακαδημίας είναι δήθεν αντικειμενική, ενώ η τέχνη πάντα είναι υποκειμενική για τον καθένα. Πάρα πολλά. Το σίγουρο είναι πως, εγώ κι εσύ μπορεί να μην έχουμε έναν καλό λόγο να νοιαστούμε για τα βραβεία αυτά, αλλά το Χόλιγουντ και η βιομηχανία του σινεμά γενικότερα έχουν πάρα πολλούς. Και μπορεί τα μέσα που καλύπτουν την τελετή να ασχολούνται συνήθως με τα κουτσομπολιά των παρασκηνίων και το άτυπο ντεφιλέ διασημοτήτων που διεξάγεται στο κόκκινο χαλί, είναι όμως δευτερεύοντα σε σχέση με την ίδια την απονομή των βραβείων, μια διαδικασία που, είτε μας αρέσει, είτε όχι, δεν συγκρίνεται με καμία άλλη στον κόσμο του σινεμά.

Και κάπου εκεί μες στη φιλολογία και στην παραφιλολογία, έρχεται το νέο βιβλίο του κριτικού κινηματογράφου Δημοσθένη Ξιφιλίνου με τίτλο «Όσκαρ καλύτερης ταινίας» να αφήσει τα περιττά και να ασχοληθεί με τα ουσιώδη. Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις IANOS, αποτελείται από κριτικές των 93 φιλμ, που απέσπασαν το σημαντικότερο έπαθλο στον κινηματογραφικό χώρο, από το 1929, όταν και έλαβε χώρα για πρώτη φορά η σχετική απονομή, ως και το 2021, στην πρώτη τελετή μετά την πανδημία του κορωνοϊού. Μια περιποιημένη έκδοση, με την κάθε κριτική να συνοδεύεται από την χαρακτηριστική φωτογραφία της ταινίας στην οποία αναφέρεται, αλλά και επιπλέον πληροφορίες αναφορικά με την ημέρα της τελετής, τους συντελεστές, τη χώρα παραγωγής κτλ.

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, ο Δημοσθένης Ξιφιλίνος αποδέχτηκε την πρόσκληση που του κάναμε και έτσι φιλοξενούμε στο 2020mag.gr μια ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω στο σινεμά και την επ’ αυτού κριτική.

To βιβλίο σας αποτελεί μια προσθήκη στη βιβλιογραφία και γίνεται ταυτόχρονα ένας οδηγός για φιλόδοξους κριτικούς, μια αναδρομή για ταγμένους σινεφίλ, αλλά και για αναγνώστες χωρίς συγκεκριμένες αξιώσεις. Ποιες οι προκλήσεις που συναντήσατε σ’ αυτό τον πραγματικό άθλο; 93 ταινίες δεν είναι μικρό πράγμα.

Αν εξαιρεθούν κάποιες πολύ παλιές ταινίες, τις οποίες δεν είχα δει, είχα ήδη άποψη για τη συντριπτική πλειοψηφία από αυτές τις 93. Ωστόσο, η απόφασή μου προ της συγγραφής του βιβλίου ήταν να τις δω όλες ξανά, τηρώντας μάλιστα τη χρονολογική τους σειρά. Απαράβατος δε κανόνας ήταν -επίσης- το να καταβάλω κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να “ξεχάσω” την ήδη σχηματισμένη γνώμη μου γι' αυτές. Να τις παρακολουθήσω δηλαδή, ει δυνατόν, με “παρθένο” το βλέμμα. Δεν ήταν κάτι εύκολο αυτό. Ωστόσο, θεωρώ ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό επετεύχθη... και ήταν αναγκαίο, προκειμένου η όλη μελέτη να έχει την απαραίτητη συνοχή, να εκφράζει τη ματιά του γράφοντος κριτικού κινηματογράφου την ίδια χρονική περίοδο πάνω στο σύνολο των φιλμ. Παράλληλα όφειλα, ενώ σχολίαζα με κριτήρια θέασης του 2020-21, να μην επιδείξω αδιαφορία (τουναντίον, να λάβω πολύ σοβαρά υπόψιν) για τις κινηματογραφικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της περιόδου δημιουργίας και προβολής τους...

Οι κριτικές σας είναι διαυγείς και κρατούν αποστάσεις ασφαλείας. Νομίζετε πως η διάθεση της στιγμής αποτελεί κίνδυνο για κάποιον που ασχολείται με την κριτική κινηματογράφου; Είδατε τον εαυτό σας να παρασύρεται κατά τη συγγραφή τους;

Δεν ξέρω αν πρόκειται για αποστάσεις ασφαλείας, πιο πολύ θα δεχόμουν ότι τηρώ αυτό το ισοζύγιο που περιέγραψα παραπάνω. Σύγχρονη ματιά, όσο γίνεται πιο αδέκαστη, χωρίς να αδιαφορεί για το μέσο θεατή, αλλά και στάθμιση των γεγονότων της εποχής εκείνης, όταν απονεμήθηκε το συγκεκριμένο Όσκαρ. Μια βασική αρχή, την οποία σε όλη την πορεία μου έχω παλέψει να τηρήσω, είναι να μην υποτιμώ ποτέ το κινηματογραφικό κοινό, άλλωστε από αυτό προερχόμαστε όλοι, περισσότερο ή λιγότερο λάτρεις του εμπορικού ή του ποιοτικού σινεμά. Δεν είναι κρίμα να υπάρχει πάντα αυτός ο αστείος διαχωρισμός; Το καλύτερο εμπορικό σινεμά είναι και ποιοτικό, όπως και το καλύτερο ποιοτικό είναι αυτό που αγγίζει με την κατάθεση ψυχής και ιδεών του σκηνοθέτη και αρκετούς από τους θαμώνες της κινηματογραφικής αίθουσας. Όσο για το αν παρασύρθηκα κατά τη συγγραφή, ορισμένες φορές είναι αμαρτία να μη μοιράζεσαι την απόλαυσή σου με αυτόν που σε διαβάζει!

Πολλές φορές βλέπουμε πως η καλή τέχνη δεν είναι μόνο εκείνη που βραβεύεται. Υπήρξαν στιγμές όπου το κριτήριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου αστόχησε παραδειγματικά;

Ναι, σαφώς. Η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου (και όχι μόνο, αυτό ισχύει και για τις λοιπές διεθνείς κινηματογραφικές Ακαδημίες) έχει και αρκετές αστοχίες. Άλλοτε συνέβη αυτό για λόγους πολιτικής, λ.χ. σε μεγάλο μέρος της δεκαετίας του '60, όταν ο κόσμος άλλαζε και η Αμερική βίωνε τόσο το Βιετνάμ όσο και την αντίδραση των μαύρων στην ατέλειωτη φυλετική κακομεταχείριση, ενώ η ροκ και τα παιδιά των λουλουδιών κυριαρχούσαν, τότε βραβεύονταν πλάι στην καταγγελτική “Ιστορία ενός εγκλήματος” τα “αθώα” μιούζικαλ, τύπου “Όλιβερ” ή “Ωραία μου κυρία”. Αλλά αστόχησε -πέρα από τις πολιτικές αιτίες ή δίπλα σ' αυτές- και σε περιπτώσεις σαν τον “Πολίτη Κέιν” του Όρσον Γουέλς, όπου τιμήθηκε η συμπαθέστατη κατά τα λοιπά “Κοιλάδα της κατάρας” του Τζον Φορντ, υπήρξαν λάθος εκτιμήσεις που η κινηματογραφική ιστορία εντοπίζει. Δεν είναι ο κανόνας οι αστοχίες, αλλά δεν απουσιάζουν κιόλας, πώς αλλιώς άλλωστε;

Κάνετε λόγο στην εισαγωγή σας για μια εκπεφρασμένη «αλλαγή κατεύθυνσης» του θεσμού των Όσκαρ, που συντελέστηκε πρώτα με τα «Παράσιτα» και στη συνέχεια με τη «Χώρα των νομάδων». Αυτές οι δύο περιπτώσεις μιας κάπως ελπιδοφόρας «αναμόρφωσης» του θεσμού, μπορεί για κάποιον πιο κοντόφθαλμο να μην αποτελούν παρά μοναδικά, «μεμονωμένα» περιστατικά ένεκα της πανδημίας και μόνο, που δύσκολα θα αλλοιώσουν το DNA του. Συμφωνείτε;

Τα “Παράσιτα” ήρθαν σχεδόν να προφητεύσουν την πανδημία, τον Φεβρουάριο του 2020 έλαβε χώρα η απονομή στην κορεατική ταινία που μπήκε “παρασιτικά” στην αμερικανική τελετή, προκειμένου να μιλήσει για θέματα παγκόσμια ταξικά, για ιούς που αναπτύσσονται αναγκαστικά μέσα στην κοινωνία, διότι κάπου έχει χαθεί τελείως το μέτρο. Ο κόσμος (και οι ψηφίσαντες ακαδημαϊκοί) δεν είχαν νιώσει ακόμα στο πετσί τους καραντίνες, εγκλεισμούς, αλλαγές καταλυτικές στη ζωή τους. Το φαινόμενο της πτώσης των μεγάλων εταιρειών και της ανάδειξης πιο μικρών και ανεξάρτητων παραγωγών στα Όσκαρ χαρακτηρίζει ουσιαστικά σχεδόν όλη την περασμένη δεκαετία. Είχε ήδη διαμορφωθεί μια τάση υπέρ των λιγότερο πομπωδών μεγεθών, η οποία μάλλον όντως θα διευκολυνθεί από τη νέα ζωή μας. Αυτό που είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε στην πορεία, αφορά στο αν θα επανέλθει η λογική του “Μια στο καρφί και μια στο πέταλο” για τα βραβεία. Όρκο δεν θα έπαιρνα εύκολα επ' αυτού...

Τι διακρίνει τον καλό κριτικό κινηματογράφου από τον κακό; Η ισορροπία ανάμεσα στον υποκειμενισμό και στην αντικειμενική γνώση; Το γλωσσικό στιλ; Μπαίνετε ο ίδιος στη διαδικασία να κάνετε αυτόν τον διαχωρισμό;

Αυτήν την ερώτηση δεν την απαντά εύκολα ένας κριτικός κινηματογράφου. Όσα αναφέρετε προφανώς παίζουν ρόλο, αλλά ένας συνειδητοποιημένος αναγνώστης και κινηματογραφόφιλος είναι πιο αρμόδιος να επιλέξει τη βαρύτητα των παραπάνω κριτηρίων. Και οι κριτικοί κρίνονται, προφανώς όχι μόνο από τον εαυτό τους ή τους ομότεχνούς τους. Σε κάθε περίπτωση, αναγκαίο για τον γράφοντα είναι η κριτική να μην περιέχει κανενός τύπου εμπάθεια ή εξαρχής αποδοχή ή απόρριψη.

Ποια η αξία της κριτικής γενικότερα στην εποχή των social media; Άραγε επηρεάζεται ο αυθορμητισμός της κριτικής από την πολιτική ορθότητα;

Το διαδίκτυο δίνει ευκαιρίες γραφής σε όλους. Παράλληλα, ωστόσο, δεν κοστίζει!  Γράφει κανείς ό,τι θελήσει, χωρίς να δίνει και πολλές φορές λογαριασμό σε κανένα. Μέσα δε από τα social media, έχουμε περάσει από την ήδη υποτιμητική για την αξία της κριτικής ισοπέδωσης της αξιολόγησης μιας ταινίας μόνο με τα... αστεράκια της, στα άνευ της παραμικρής αιτιολόγησης like ή dislike. Ως προς την πολιτική ορθότητα δε, να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Είναι τραγικό το ότι πολλάκις απομονώνεται από ένα κείμενο ή από μια παράθεση απόψεων μια μεμονωμένη φράση, χωρίς να ελέγχεται καν το πού εντάσσεται. Η κριτική δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, υπάρχουν (και πολύ πρόσφατα μάλιστα) συνάδελφοι που κατηγορήθηκαν επειδή διατύπωσαν ευθαρσώς τις σκέψεις τους για κάποιο φιλμ. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, scripta manent, τα γραπτά μένουν. Είναι στο χέρι μας να μην τα ερμηνεύουμε κατά το δοκούν ή κατά το βολεύεσθαι. Να μην προκρίνουμε την πολιτική ορθότητα σε βάρος της πολιτικής κατάθεσης π.χ.!

Τα τελευταία χρόνια πολλές ταινίες πασχίζουν να ενσωματώσουν στην αφήγησή τους τα νέα κηρύγματα και να προτείνουν ένα μανιφέστο, με τα αποτελέσματα ενίοτε να απογοητεύουν. Πόσο πολιτικό μπορεί να γίνει το σινεμά στις μέρες μας, χωρίς να μας πνίγει;

Πολιτικός κινηματογράφος υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Στρατευμένος, επίσης, από την εποχή ήδη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού -ή, για να πάμε στα άκρα, της Λένι Ρίφενσταλ. Χαρακτηριστικά, έχουμε απολαύσει διαμάντια από τον ιταλικό πολιτικό κινηματογράφο, είτε πρόκειται για τους αδελφούς Ταβιάνι και τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι είτε τα τελευταία χρόνια για τον Πάολο Σορεντίνο. Η ξεκάθαρη πολιτική ματιά των δημιουργών δεν εμπόδισε την παραγωγή υψηλής αισθητικής και περιεχομένου φιλμ, το αντίθετο μάλιστα. Δεν ξέρω σε ποια ακριβώς νέα κηρύγματα αναφέρεστε ως επί το πλείστον, αλλά το βέβαιο είναι ότι μια ταινία δύναται να είναι ιδεολογικά φορτισμένη, χωρίς αυτό να αποβαίνει σε βάρος της αφήγησής της.

Θα ήθελα να αποβάλετε για λίγο το ρόλο εκείνου που θα δει μια ταινία για να την κρίνει και ανθρώπινα να ανατρέξετε στην ταινία που άλλαξε τη ζωή σας. Ποια ταινία επηρέασε το κριτήριο, την άποψή σας για τον κόσμο, σε βαθμό που χωρίς την ανάμνησή της θα ήσασταν ένας άλλος;

Πιθανά θα είχα γίνει ένας άλλος, αν έλειπε το ίδιο το σινεμά, αν δεν το είχαν επινοήσει οι αδελφοί Λιμιέρ και ο Μελιές ή εκείνοι που προϋπήρξαν αυτών και έκαναν τα πρώτα βήματα για την αποκαλούμενη έβδομη τέχνη! Αν ψάξουμε γλυκόπικρες μνήμες, που αφήνουν σημάδια, τότε να δυο-τρεις που έρχονται αυθόρμητα και αυτόματα στο μυαλό: Οι “Απόντες” του Νίκου Γραμματικού σαν να κατέγραφαν την ιστορία της δικής μου παρέας και κάθε παρέας της γενιάς μας. Το “Κάποτε στην Αμερική” του Σέρτζιο Λεόνε τόνωσε την πίστη μου στη φιλία, μιλώντας -μεταξύ άλλων- και για μια μεγάλη προδοσία. “Η επέλαση των βαρβάρων” του Ντενί Αρκάν ανακάλεσε στη μνήμη νωπές ακόμα τότε στενόχωρες εικόνες απώλειας.

Ας υποθέσουμε, τέλος, πως από αύριο τα μάτια σας αντικαθίστανται από το μάτι μιας κάμερας και μπορούν να βλέπουν τον κόσμο με έναν από τους δύο παρακάτω τρόπους: είτε με τα απόμακρα, μακράς διάρκειας πλάνα του Ταρκόφσκι, είτε με τα ιλιγγιώδη jump cuts των πρώτων φιλμ του Γκοντάρ. Τι επιλέγετε;

Τα πρώτα φιλμ και των δύο είναι από τα αγαπημένα μου. Ταρκόφσκι ή Γκοντάρ; Γιατί να είναι τόσο περιοριστικός ο φακός της κάμερας; Αν διάλεγα ανάμεσά τους μία ταινία, ίσως ήταν “Με κομμένη την ανάσα”, αλλά αν έναν σκηνοθέτη... τον Ταρκόφσκι!

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Δημοσθένης Ι. Ξιφιλίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, παιδί-όχι του Μάη, αλλά- του Ιούνη του 1968! Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ., αλλά και λάτρης του κινηματογράφου, ξεκίνησε να δημοσιογραφεί περί της έβδομης τέχνης και άλλων πολιτιστικών στην εφημερίδα Μακεδονία με την επανέκδοσή της το 1998, συνεργασία που συνεχίστηκε επί δέκα και πλέον έτη. Είχε προηγηθεί η είσοδός του στον χώρο με το ιστορικό ασπρόμαυρο πολιτιστικό έντυπο εξώστης, του οποίου υπήρξε επί επταετία (2003-2009) και αρχισυντάκτης, όπως και του επίσης ασπρόμαυρου (όπως και άλλα ωραία στη ζωή) φιλμ νουάρ (2011-15), το οποίο “γέννησε” η ίδια ομάδα ατόμων εκείνου του “εξώστη”. Διετέλεσε επίσης αρχισυντάκτης (2006-2013) της εφημερίδας Υπότιτλοι του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, αρχισυντάκτης του ετήσιου Αλμανάκ της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου την τετραετία 2010-13 και διατελεί Γενικός Γραμματέας της από το 2019. Σήμερα συνεργάζεται κυρίως στην κάλυψη φεστιβαλικών γεγονότων, με την κινηματογραφική ιστοσελίδα www.cinedogs.gr

Ακολουθήστε το 20/20 Magazine στο Google News, στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ