Οι ταινίες της εβδομάδας (video)

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες βγήκαν στις αίθουσες δύο αξιόλογες, δυνατές ταινίες από την κινηματογραφική σχολή/κίνημα/ρεύμα που το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης καθιέρωσε ως ‘Βαλκανικό κινηματογράφο’. Ταινίες προερχόμενες κυρίως από τις κινηματογραφίες των χωρών που δημιουργήθηκαν μετά τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας.

Οι ταινίες της εβδομάδας (video)

Ο βαλκανικός κινηματογράφος, αφού για χρόνια προσπάθησε να αποτυπώσει, εξηγήσει, θεραπεύσει το τραύμα του πολέμου μέσα από τις διαφορετικές οπτικές των πρωταγωνιστών, τα τελευταία χρόνια επικεντρώνεται στην τωρινή κατάσταση.
Στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες που προσπαθούν να συνέλθουν και να γειάνουν τις πληγές του πολέμου, αλλά και να καταφέρουν να ορθοποδήσουν και να αποκρούσουν τα αλλεπάλληλα χτυπήματα του αφτιασίδωτου και ακραία βίαιου νεοφιλελεύθερου μοντέλου που τους έχει επιβληθεί.

Αυτές οι δυο ταινίες προέρχονται από δυο χώρες που ο αναμεταξύ τους πόλεμος, ο τελευταίος του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, οδήγησε στον ανελέητο βομβαρδισμό της Σερβίας από το ΝΑΤΟ -το Βελιγράδι ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο που οι κάτοικοι του βίωσαν την εκδικητική μανία μιας υπερδύναμης στο όνομα της ειρήνης και της προστασίας των δικαιωμάτων, μη ξεχνιόμαστε- και στην άνευ ουδεμίας αμφισβήτησης κυριαρχία των Η.Π.Α. στο διεθνές γεωστρατηγικό στερέωμα.

Μοιάζουν μακρινά όλα αυτα; Ήταν μόλις 23 χρόνια πριν, την άνοιξη του 1999.

Από το Κόσοβο ήρθε την προηγούμενη βδομάδα η 

Βασίλισσα της Κυψέλης (Hive) - Μπλέρτα Μπασόλι

Ενώ αυτή την εβδομάδα από τη Σερβία έρχεται ο

Πατέρας (Otac) - Σρνταν Γκολούμποβιτς

Με πολλά βραβεία απο διεθνή φεστιβάλ και οι δύο ταινίες.

Η Βασίλισσα της Κυψέλης πήρε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπης και τα βραβεία Σκηνοθεσίας και Κοινού στο περσινό ΣανΝτάνς και ο Πατέρας το βραβείο Κοινού στο Πανοραμα και της Οικουμενικής Επιτροπής στο Βερολίνο.

Και οι δυο ταινίες έχουν θέμα τους γονείς, τη γονεϊκότητα, την οικογένεια:
Στη μια πρωταγωνίστρια είναι μια μάνα, η βασίλισσα της κυψέλης που καλείται να παίξει το ρόλο και του πατέρα, τώρα που ο πατέρας έχει χαθεί.

Στην άλλη πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας που διεκδικεί τα παιδιά του, τα οποία του έχουν πάρει τα διεφθαρμένα απομειναρια μιας γραφειοκρατίας που εκμεταλλεύεται τη μεταπολεμική διάλυσης διαμορφώνοντας ένα στρεβλό κράτος πρόνοιας από το οποίο κερδίζουν οι τοπικοί άρχοντες χρήματα σε βάρος του ανθρώπινου πόνου.

Οι ομοιότητες μάλλον σταματάνε κάπου εδώ.

Αν και οι δυο σκηνοθέτες κοιτάνε ευθεία στα μάτια την πραγματικότητα έτσι όπως έχει διαμορφωθεί από τον πόλεμο, αυτός είναι πολύ παρόν στην κοσοβάρικη ταινία, τη Βασίλισσα της Κυψέλης (Hive).

Η Φατιγιέ, η πρωταγωνίστρια, είναι κατοικος του Κούσε ε Μάντχε, ενός από τα χωριά όπου τα σερβικά στρατεύματα πήραν όμηρους τους άντρες που δεν ξαναγύρισαν. Ο δικός της είναι ένας από τους 64 των οποίων το πτώμα δεν ταυτοποιήθηκε. Κι η ίδια ζει με αυτό το καθημερινό μαρτύριο της αβεβαιότητας, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να προσαρμόσει τη ζωή της έτσι ώστε να φροντίζει τα δυο της παιδιά και τον άρρωστο πεθερό της.

Η Φατιγιέ θα δώσει ένα αγώνα ενάντια στην πατριαρχικά δομημένη κοινωνία του μικρού της χωριού για τη χειραφέτηση της, η οποία κύριο και μόνο ίσως στόχο έχει την ένταξη της στην αγορά εργασίας. Καθώς λείπει ο άντρας, κουβαλητής πρέπει να γίνει η γυναίκα. Όμως σ’ αυτό το χωριό που είναι γεμάτο από γυναίκες μόνες και απελπισμένες, χωρίς βοήθεια, οι αντιλήψεις δεν έχουν αλλάξει. Και οι άντρες κανουν ο,τι περνάει από το χέρι τους για να δυσκολέψουν τις γυναίκες που προσπαθούν να χειραφετηθούν απλά και μόνο για να τα βγάλουν πέρα. Ακόμα και το να μάθουν να οδηγούν θεωρείται έμπρακτη αμφισβήτηση της θέσης τους.

Η Φατιγιέ συνεχίζει απτόητη ενάντια σε όλους: τις ομόφυλες της, τον πατριό της, τα παιδιά της που τα κοροϊδεύουν στο σχολείο. Και κυρίως τους άντρες που κάθονται στο καφενείο, τη βρίζουν και τη λιθοβολούν.

Η Φατιγιέ παλευει μονη της και αποδομεί την παραδοσιακή αλβανική κοινωνική διάρθρωση - ο πόλεμος έχει διαλύσει τα πάντα, πώς μπορούν μερικά πράγματα να μένουν τα ίδια;

Το μοντέλο της μικρής κλίμακας επιχειρηματικότητας προωθείται ως λύση στο Κόσσοβο που προσπαθεί να ορθοποδήσει με ξένα κεφάλαια. Ο αγώνας της Φατιγιέ είναι και πρέπει να είναι νικηφόρος.

Βασισμένη σε αληθινή ιστορία -με τις όποιες τροποποιήσεις και ωραιοποιήσεις ενέχει η μεταφορά στην οθόν - η ταινία είναι φωτεινή και αισιόδοξη, καθώς δίνει έμφαση στη συγκρότηση κοινότητας (από τις γυναίκες που θα ακολουθήσουν στο τέλος το παράδειγμα της Φατιγιέ), στην αλληλεγγύη, στην επιτυχία. Στο βάθος του τούνελ, παρά την πίκρα του άδικου χαμού, υπάρχει διέξοδος.

Αδιέξοδη φαίνεται αντίθετα η πορεία του Νίκολα, του πατέρα της σερβικής ταινίας.

Γυρισμένη από τον σκηνοθέτη που μας είχε χαρίσει στο παρελθόν την Παγίδα, συνεχίζει στο ίδιο μήκος κύματος. Βάζει τον ήρωα του μπροστά σε τρομερά αδιέξοδα και τον αφήνει να τα βγάλει πέρα μόνος του, χωρίς καμία βοήθεια.

Ο πόλεμος δεν φαίνεται πουθενά μέσα στην ταινία. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η κατάντια της σύγχρονης Σερβίας, μιας χώρας όπου όλες οι δομες έχουν διαλυθεί και η παλιά διάρθρωση του κράτους πρόνοιας χρησιμοποιείται τώρα από τοπικούς ηγεμονίσκους που δρουν στην ουσία ανεξέλεγκτοι.

Το αμάρτημα του Νίκολα είναι ένα: είναι φτωχός.

Σε μια χώρα που η εξαθλιωση κινδυνεύει να γίνει ο κανόνας, ο Νίκολα χάνει τη δουλειά του και δεν του πληρώνουν τα δεδουλευμένα και την αποζημίωση γιατί «έτσι θέλουν και έτσι μπορούν» και αναγκάζεται να δουλεύει δεξια κι αριστερά για να επιβιώσει η τετραμελής του οικογένεια, που κανένα μέλος της δεν πηγαίνει στο κρεβάτι με το στομάχι χορτάτο. Όταν η γυναίκα του προβεί σε μια απονενοημένη κίνηση, το τοπικό κέντρο Πρόνοιας θα του αφαιρέσει την κηδεμονία των παιδιών του και θα τα δώσει σε μια ανάδοχη οικογένεια. Ο Νίκολα θα κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως αδύνατο για να τα πάρει πίσω.

Η φτώχεια είναι η πιο φριχτή μορφή βίας. Ο φτωχός, αυτός που κάθε πρωί σηκώνεται με την αγωνία του αν θα βρει να φέρει φαγητό γι αυτό και την οικογένεια του το βράδυ, είναι στερημένος από κάθε μορφή κριτικής σκέψης, κάθε μορφή αξιοπρέπειας. Όλη του η ενέργεια καταναλώνεται στο πως θα καλύψει τις ανάγκες του.

Ο Γκολούμποβιτς όμως βρίσκει τρόπο να χαρίσει στον ήρωα του τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Η αγάπη, η αγάπη για τα παιδιά είναι αυτή που θα καταφέρει να βγάλει τον Νίκολα από την κατάσταση της κακομοιριάς στην οποία τον έχει φέρει ο καθημερινός και επίπονος αγώνας για την επιβίωση και να τον κάνει να παλέψει για το πιο πολυτιμο στη ζωή του, να πάρει μεγάλες αποφάσεις και να προχωρήσει σε ενέργειες που έχουν ηρωικές διαστάσεις. Θα του δώσει επιτέλους φωνή για να διεκδικήσει τα δίκια του και αυτο που του έχουν στερήσει, να περπατήσει με τα πόδια νηστικός και άυπνος για να πάει στην πρωτεύουσα και να βρει το δίκιο του από τις ανώτατες αρχές.

Κάπου εδώ θα μπορούσε να τελειώσει η ταινία και να γυρνάγαμε όλοι στα σπίτια μας ευχαριστημένοι.

Ο Γκολούμποβιτς δεν χαρίζεται όμως ούτε σ εμάς ούτε στην αλήθεια.

Στον δικό του κόσμο δεν υπάρχουν happy ends. Η λύση στα προβλήματα του Νίκολα δεν θα έρθει, έτσι όπως είναι παγιδευμένος στον ιστό μιας κακόβουλης γραφειοκρατείας που τον απαξιοί και αδιαφορεί για την ευτυχία τόσο τη δική του όσο και των παιδιών του. Ο ίδιος όμως έχει ανακαλύψει μέσα του μια δύναμη που δεν την ήξερε πριν. Τη δύναμη να παλέψει μέχρις εκεί που δεν έχει άλλο για να καταφέρει να πάρει πίσω αυτό που του έχουν στερήσει. Τα παιδιά του και τη ζωή του. Παρότι τα αιτήματα του δεν ικανοποιήθηκαν, παρόλο που δεν πήρε πίσω τα παιδιά του, είμαστε σίγουροι πως ο Νίκολα θα συνεχίσει να ‘το παλεύει’, δεν θα τα παρατήσει.

Ο Γκούλοβιτς δεν αφήνει στον ήρωα του ούτε την παρηγοριά μιας κοινωνίας που συμπαραστέκεται. Ο Νικολα θα βρει στο δρόμο του ανθρώπους που θα τον καταλάβουν και θα προσπαθήσουν να τον βοηθήσουν, αλλά και άλλους που θα σταθούν εμπόδιο. Με πιο συγκλονιστική την ανάλγητη συμπεριφορά των γειτόνων του, που αδιαφορούν τελείως και κοιτάνε πως θα εκμεταλλευτούν την απουσία του.

Οι τελευταίες εικόνες δείχνουν το μέγεθος της διάλυσης του κοινωνικού ιστού στη Σερβία.

Η παραδοχή της κατά κράτος κοινωνικής ήττας είναι πιο επώδυνη και σπαρακτική από οποιοδήποτε βαλκανικό success story.

Ακολουθήστε το 20/20 Magazine στο Google News, στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ