Η συνταρακτική ιστορία του Γιαννούλη Χαλεπά μέσα από την έκθεση «Δούναι και Λαβείν» (εικόνες)

Οι μέρες είναι πια ανοιξιάτικες και η επίσκεψη στην έκθεση γλυπτικής του Γιαννούλη Χαλεπά, στον όμορφο χώρο του Τελλόγλειου Ιδρύματος Τεχνών Α.Π.Θ. μοιάζει με πολύ καλή ιδέα.

Η συνταρακτική ιστορία του Γιαννούλη Χαλεπά μέσα από την έκθεση «Δούναι και Λαβείν» (εικόνες)

ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΝΔΡΙΑΝΑ-ΑΝΝΑ ΤΣΙΟΤΣΙΟΥ

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, με καταγωγή από την Τήνο, ήταν ο πρωτότοκος γιος (1851) του διάσημου μαρμαρογλύπτη της εποχής, Ιωάννη Χαλεπά.

Προοριζόταν να αναλάβει τη διοίκηση των οικογενειακών επιχειρήσεων, όμως, εκείνος αποφάσισε να ακολουθήσει την κλίση του και να σπουδάσει την τέχνη της γλυπτικής, αρχικά στο Σχολείο των Τεχνών (μετέπειτα Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών) και στη συνέχεια στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελίστριας Τήνου.

Το έργο του ξεκινάει κλασικιστικά και γίνεται μοντέρνο ενώ χωρίζεται σε τρεις περιόδους: την πρώτη, που εκφράζει τα νεανικά του χρόνια και διαρκεί από το 1870-1878, την δεύτερη που χρονολογείται μετά την επάνοδό του στην Τήνο από την Κέρκυρα, δηλαδή το 1902-1930 και την τρίτη περίοδο που αποτελεί και τα τελευταία χρόνια της ζωής του, 1930-1938, κατά τα οποία έζησε και δημιούργησε στην Αθήνα.

Μετά τις σπουδές του, θα λέγαμε, σήμερα, πως χρειάστηκε να παλέψει πολύ για να καταφέρει, τελικά, να δημιουργήσει…

Ζει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, είναι τελειομανής και δουλεύει πυρετωδώς, γεγονός που του προκαλεί υπερκόπωση. Τότε, οι γονείς του ξεκινούν να κρύβουν κάποια έργα του για να πάψουν να τον επηρεάζουν. Σε αυτά, έρχεται να προστεθεί και ο ατυχής έρωτας για μία κοπέλα την οποία του αρνήθηκαν οι γονείς της. Εκείνος, βρίσκει παρηγοριά στις ακόμα περισσότερες ώρες δουλειάς επάνω στην τέχνη του, μέχρι που κάποια στιγμή αισθάνεται πως η προτομή του Σατύρου που έχει δημιουργήσει, τον χλευάζει και προσπαθεί να την καταστρέψει.

Αυτή ήταν και η αφορμή ώστε να οδηγηθεί στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, όπου έμεινε έγκλειστος για δεκατέσσερα χρόνια, από το 1888 έως το 1902. Εκεί, του απαγορευόταν να ασχοληθεί με τη γλυπτική και όταν η μητέρα του τον πήρε ξανά μαζί της στην Τήνο, μετά τον θάνατο του πατέρα του, συνέχισε να του κρύβει, ακόμα και να του καταστρέφει έργα, καθώς πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη.

Μετά τον θάνατο της μητέρας του και κατά τη δεύτερη περίοδο του έργου του, ο Χαλεπάς, νοιώθει ξανά ελεύθερος και αρχίζει πάλι να δημιουργεί, προσπαθώντας να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Εκείνη την περίοδο ξεκινάει ένα κύμα θαυμασμού προς το πρόσωπό του ενώ έργα του εκτίθενται από την Ακαδημία Αθηνών και το 1927 βραβεύεται με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.

Στα έργα αυτής της περιόδου, το αρχαιοελληνικό παγανιστικό στοιχείο συνυπάρχει ειρηνικά με το χριστιανικό, Η ενότητα του χρόνου και του τόπου καταλύεται και οι ιεραρχίες παραβιάζονται. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο ίδιος δήλωνε: «Ο νέος (γέρος) Χαλεπάς ξεπέρασε τον παλιό (νεαρό)».

Βραβευμένος για μέρος του έργου του, κατηγορήθηκε για κάποιες επιλογές του, όπως για τα δυσανάλογα μεγάλα άκρα των σωμάτων του, τον υπερτονισμό του γυναικείου στήθους ακόμα και για την επιλογή του να απεικονίσει τη θεά Αθηνά να βόσκει πρόβατα, καθώς «δεν μπορεί μία θεά να κάνει κάτι τόσο ευτελές».

Χαρακτηριστική είναι η απεικόνιση της ταραχώδους σχέσης του με τον πατέρα του στο έργο του, ξεκινώντας από τη σειρά έργων «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα» που αφορά στην πάλη του μικρού με τον μεγάλο, του Έρωτα με τον Σάτυρο.

Στο δωδέκατο και τελευταίο έργο της σειράς, η πάλη καταλήγει σε συμφιλίωση και ο Σάτυρος, πια, έχει το πρόσωπο του πατέρα του.

Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο, το αν φοβόταν, θαύμαζε ή εχθρεύονταν τον Ιωάννη Χαλεπά, αφού δεν απέφυγε να ακολουθήσει και το ‘παράδειγμά’ του, υπογράφοντας πότε ως Χαλεπάς και πότε ως Χαλαπάς, στα έργα του. Πράξη που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε, εν τέλει, ως φόρο τιμής του γιου στον πατέρα.

Κλείνοντας, εντύπωση μας προκαλεί, επίσης, η συνήθειά του να κρύβει μικρά γλυπτά του μέσα σε μεγαλύτερα ή ακόμα και να χρησιμοποιεί έργα του ως βάση για να δημιουργήσει άλλα.

Κάτι τέτοιο μπορούμε, ίσως, να το εξηγήσουμε ως προσπάθεια να αποφύγει την καταστροφή των έργων τους γονείς του και κυρίως τη μητέρα του, αλλά και ανάγκη, καθώς δεν διέθετε αρκετή ποσότητα από τα υλικά που χρειαζόταν για να δημιουργήσει, αφού η μητέρα του δεν κατέστρεφε μόνο τα ολοκληρωμένα έργα του αλλά και τα υλικά του.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ακροβατώντας ανάμεσα στην τρέλα και τη δημιουργία, όπως, άλλωστε, οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες, με την ταραχώδη ζωή και την αγάπη του για την τέχνη, μολονότι χαρακτηρίζεται ως προληπτικός, αφού έκρυβε τραπουλόχαρτα στα βιβλία των παραγγελιών του, αποτελεί παράδειγμα δημιουργού που σε πείσμα των καιρών υπηρετεί πιστά αυτό που αποτελεί ‘αποστολή’ του.

Η Έκθεση «Δούναι και Λαβείν» θα διαρκέσει μέχρι την Κυριακή, 5 Ιουνίου, 2022.

Ακολουθήστε το 20/20 Magazine στο Google News, στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ