Η ταινία της βδομάδας - Νίτραμ (Nitram)

Ο Τζάστιν Κέρζελ είναι ένας σκηνοθέτης - μετεωρίτης. Ξεκίνησε από τον πιο σκληρό ρεαλισμό της Πόλης του Χιονιού για να συνεχίσει με έναν κατάμαυρο Μάκμπεθ και στη συνέχεια με το τόλμημα του Assasin's Creed. Με την τελευταία του ταινία, που συμμετείχε στο επίσημο δαγωνιστικό του φεστιβάλ των Καννών πέρυσι, ο Κέρζελ επιστρέφει από εκεί που ξεκίνησε, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να αφηγηθεί άλλη μια ιστορία από τη σκοτεινή πλευρά.

Η ταινία της βδομάδας - Νίτραμ (Nitram)
ΠΡΟΒΟΛΗ

Το Νίτραμ επιστρέφει κινηματογραφικά πίσω στην Πόλη του Χιονιού και το σινεμά ΑΑΑ: το σινεμά της Αγριότητας, της Αθλιότητας και της Ασχήμιας.

Ο Αυστραλός σκηνοθέτης ξαναψάχνει στα άδυτα της κοινωνίας του να εξηγήσει άγρια εγκλήματα που φωτίζουν διαφορετικά μια περιοχή του κόσμου που θεωρούμε πως έχει λυμένα πολλά της προβλήματα. Για να μας θυμίσει πως η αθλιότητα του να αισθάνεσαι πως δεν ανήκεις πουθενά, δεν έχει πατρίδα. Και αρέσκεται στο να κινηματογραφεί τα πρόσωπα και τα θέματα του όσο πιο άσχημα γίνεται.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες του είναι παραποιημένες εικόνες του πόνου, πρόσωπα γεμάτα ρυτίδες που παραμορφώνουν το σχήμα του προσώπου.

Η όμορφη και γλυκύτατη γυναίκα του σκηνοθέτη Έσσυ Ντέηβις είναι η Έλεν, μια μισότρελη, άκακη και ζάμπλουτη κυρία που ζει απομονωμένη και αδιάφορη για το τι συμβαίνει γύρω της, με ένα καλοσυνάτο και χαμένο βλέμμα, ρυτίδες γύρω από τα μάτια και τη ρίζα μονίμως άβαφη.

Το πρόσωπο της Τζούντυ Ντέηβις, που υποδύεται τη μητέρα του Νίτραμ, είναι κυριολεκτικά τσαλακωμένο από τις ρυτίδες και το φως της κάμερας αντανακλάει πάνω στα αυλάκια τους θα’λεγε κανείς με χαιρεκακία.

Όσο για τον Κάλεμπ Λάντρυ Τζόουνς, τον ηθοποιό που υποδύεται τον Νίτραμ και για το ρόλο αυτό κέρδισε και το βραβείο ερμηνείας πέρυσι στις Κάννες, το πρόσωπο του είναι στραπατσαρισμένο όχι από ρυτίδες αλλά από όλο το συναισθηματικό βάρος που φέρει η ανικανότητα να επικοινωνεί και να λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο.  

Λίγες φορές στον κινηματογράφο έχει καταφέρει ένα πρόσωπο να μιλήσει όχι μόνο μέσα από το στόμα και τα μάτια του αλλά και μέσα από τις γωνίες που σχηματίζει. Μαζί με το απύθμενο βλέμμα και το βρώμικο, ανακατεμένο μακρύ μαλλί το πρόσωπο και οι αλλοιωμένες γωνίες του ολοκληρώνουν το ψυχολογικό πορτρέτο του Νίτραμ –όπως κοροϊδευτικά φώναζαν ανάποδα το όνομα του, Μάρτιν, στο σχολείο– μέσα στο πρώτο κιόλας πλάνο.

Ο ανάποδος Μάρτιν λοιπόν, ο απροσδιόριστης ηλικίας Νίτραμ, μένει με τους γονείς του, που τον αγαπούν μεν, έχουν απαυδήσει με την κατάσταση του δε, και προσπαθούν να τον προστατεύσουν –βλέπε να διασφαλίζουν το ότι θα παίρνει τα ηρεμιστικά του.

Ένας πράος πατέρας που προσπαθεί να αποδεχθεί πως το μοναχοπαίδι του έχει σοβαρό πρόβλημα και μια μητέρα που στην πραγματικότητα δεν το έχει αποδεχθεί ποτέ. Και είναι ταυτόχρονα προστατευτική και σκληρή, και υπενθυμίζει συνέχεια με τα λόγια, τον τρόπο και το βλέμμα της στον Νίτραμ το πρόβλημα του.

Ο Νίτραμ πάλι έχει πλήρη επίγνωση της κατάστασης του, και αυτό προσθέτει τραγικότητα στο χαρακτήρα του. Μοιάζει σαν να είναι κλεισμένος μέσα σε ένα κλουβί από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, παρά μόνο μέσα από τη βία. Η συνεχής απόρριψη από όλους, και πρώτα και κύρια από την ίδια την μητέρα του, τον οδηγεί σε ξεσπάσματα βίαιης η ανάρμοστης συμπεριφοράς που έχουν σαν θύμα πρώτα την Έλεν, τον μόνο άνθρωπο που του φέρθηκε με κατανόηση και αγάπη.

Ο Νίτραμ μετακομίζει στην έπαυλη της Έλεν, μην μπορώντας πλέον να ζει τη συμπόνοια του πατέρα του και την απαξίωση της μητέρας του. Και με αυτό τον τρόπο τους αποδεικνύει πως μπορεί να τα καταφέρει και μόνος του, κάνοντας μαζί με την Έλεν ένα πολύ παράξενο ζευγάρι.

Όταν η Έλεν πεθαίνει σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που ο ίδιος προκάλεσε, ο Νίτραμ βρίσκεται κληρονόμος του σπιτιού και της τεράστιας περιουσίας της. Ούτε αυτό όμως δεν μπορεί να τον ηρεμήσει. Γιγαντώνεται μέσα του η λατρεία για τα όπλα, με τα οποία ασχολείται συνέχεια, μέχρι που στο τέλος σκέφτεται πως αυτά θα τον βοηθήσουν να δώσει μια λύση στο πρόβλημα του, να αποκτήσει κι αυτός μια θέση στον κόσμο.

Η ταινία γυρίστηκε σε μια προσπάθεια να γίνει κατανοητό το πως και το γιατί συνέβη η σφαγή του 1996 στο Πόρτ Άρθουρ της Τασμανίας. Κι ενώ ο θεατής περιμένει τα πλάνα της ίδιας της σφαγής σαν κορύφωση της ταινίας, αυτά δεν γυρίστηκαν ποτέ.

Η αγριότητα, η αθλιότητα και η ασχήμια που έχουν διαποτίσει την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος, που έχουν οικοδομήσει το πορτραίτο που δολοφόνου, είναι από μόνα τους αρκετά. Δεν χρειάζονται παραπάνω σκοτωμοί και αίμα. Αβίαστα γεννάται στον θεατή η απορία πώς ένα άτομο με τόσο διαταραγμένη προσωπικότητα και συμπεριφορά έχει τόσο εύκολη πρόσβαση σε όπλα. Πώς μπορεί να αποκτήσει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο χωρίς κανείς να ελέγξει τίποτα. Και αβίαστα επίσης βγαίνει το συμπέρασμα για το που μπορεί να οδηγήσουν όλα αυτά.

Στόχος του Κέρζελ είναι κυρίως να στηλιτεύσει την, ακόμα και σήμερα, ανεξέλεγκτη πώληση όπλων στην Αυστραλία.

Αν και η σφαγή του Πορτ Άρθουρ ταρακούνησε την κοινή γνώμη και τις αρχές, ο ίδιος διαπιστώνει στο τέλος πως οι νόμοι που ψηφίστηκαν τότε για τον περιορισμό των πωλήσεων δεν τηρούνται στις περισσότερες περιοχές της αχανούς χώρας.

Πέρα όμως από αυτό, συνθέτει το ψυχογράφημα της νοητικής στέρησης, ή ευρύτερα της κοινωνικής αναπηρίας και το χρησιμοποιεί ως όχημα για να ασκήσει κριτική στην κοινωνία που περιβάλλει τον Νίτραμ. Ωσάν η δική του αγριότητα και ασχήμια να μην είναι παρά μια αντανάκλαση της αγριότητας, της αθλιότητας και της ασχήμιας γύρω του. Ωσάν η ίδια η κοινωνία να ήταν αυτή που οδήγησε, ένα-ένα, τα βήματα του.

Ακολουθήστε το 20/20 Magazine στο Google News, στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
ΠΡΟΒΟΛΗ
ΠΡΟΒΟΛΗ